Αυτό που ζητούν περισσότερο οι άνθρωποι είναι ένα χαμόγελο, κι ένα άγγιγμα του χεριού κι ένα δάκρυ. Τίποτε άλλο

Γερόντισσα Γαβριηλία (Παπαγιάννη )  Κοιμήθηκε στις 27 Μαρτίου 1992 στην Λέρο
– Γερόντισσα, τι ήταν εκείνο, σε όλες τις χώρες που πήγατε, που ζητάγανε περισσότερο οι άνθρωποι;
– Αυτό που ζητούν περισσότερο οι άνθρωποι είναι ένα χαμόγελο, κι ένα άγγιγμα του χεριού κι ένα δάκρυ. Τίποτε άλλο. Όταν πας κατευθείαν στον άνθρωπο και τον αισθανθείς γι΄αδέλφι, ό,τι να του κάνεις θα είναι εντάξει.
Κάποτε την είχε χαρακτηρίσει ένας ξένος ιεραπόστολος «κακή χριστιανή», γιατί σε αντίθεση με τους άλλους ιεραπόστολους στην Ινδία, άλλων θρησκειών που γνωρίζανε πολλές ντόπιες διαλέκτους εκείνη δεν ήξερε καμία και μιλούσε μόνο Αγγλικά και αυτή του απάντησε ότι ξέρει πέντε γλώσσες:
Η πρώτη είναι το χαμόγελο, η δεύτερη τα δάκρυα, η τρίτη είναι το άγγιγμα, η τέταρτη είναι η προσευχή και η πέμπτη είναι η αγάπη.
Μ’ αυτές τις πέντε γλώσσες γύριζε όλον τον κόσμο. Τότε ο ιεραπόστολος της ζήτησε να ξαναπεί αυτές τις «πέντε γλώσσες» για να της γράψει…
Δεν είναι αυτό που λέμε, αλλά αυτό που ζούμε. Δεν είναι αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που είμαστε.
Η Γερόντισσα Γαβριηλία είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και γι’ αυτό ποτέ δεν κρατούσε χρήματα πάνω της. Όλα της τα έδινε εκείνος, έλεγε, εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να αφεθεί στα χέρια Του. Αεροπορικά εισιτήρια, τροφή, κατάλυμα και ότι άλλο της χρειαζόταν της το έδινε ο Θεός. Ποτέ δεν μιλούσε σε άλλους για τον Χριστό αν δεν της το ζητούσαν οι ίδιοι.
Μια φορά, όταν είχα καταλάβει πια ότι η προσευχή είναι το παν, είδα στον δρόμο δύο παιδάκια, στον θυμό τους πάνω, να σκοτώνονται στο ξύλο. Δεν πήγα να τα χωρίσω, όπως θα πήγαινα παλιά, αλλά έβαλα αμέσως σε πράξη αυτό που πίστευα. Γύρισα από την άλλη μεριά το κεφάλι και είπα: Κύριε, βάλε Εσύ την Ειρήνη Σου ανάμεσα στα δύο τους. Κι ώσπου να γυρίσω να τα δω, αυτά γελούσαν και παίζαν πάλι… Ήταν μια απάντηση του Θεού. Να το ξέρεις Μ. μου. Η ειρήνη και η γαλήνη μας, και το πως ζούμε είναι που δείχνουν το πόσο πιστεύουμε. Γι’ αυτό, μπορεί ένας άνθρωπος να μας λέει τα καλύτερα διδάγματα. Όμως, αν τον δούμε ταραγμένο, ανήσυχο και να παραπαίει ο ίδιος, δεν μπορούμε να πιστέψουμε αυτά που θα μας πει.
Δεν πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις για τους άλλους. Να το αφήνουμε στους Αγγέλους, κι αυτοί βρίσκουν πάντα την καλύτερη λύση.
Μη μεριμνάτε, λέει ο Κύριος… Εγώ θα μεριμνήσω για όλα… κι εγώ το βάζω σε πράξη.
Η μέριμνα είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν Πίστη.
Οι άνθρωποι καμμιά φορά μας ζητούν οδηγίες ή συμβουλές για να κρυφτούν πίσω τους. Μετά θα «φταις» εσύ… Αλλά είναι πολύ πιθανό να μην τα εφαρμόσουν, οπότε είναι κόπος χαμένος.
Η Αχίλλειος πτέρνα των ανθρώπων βρίσκεται στις πολλές κουβέντες και στις συζητήσεις.
Η αλληλογραφία είναι ο μόνος τρόπος που συνδυάζει μοναξιά και συντροφιά.
Αν κατορθώσει κανείς να συζή με τον κόσμο, όπως το λάδι και το νερό στο καντήλι που δεν ανακατεύονται, τότε είναι εν Θεώ. Εν τω κόσμω αλλ΄ ουκ εκ του κόσμου.
Δεν πρέπει να συζητάς για απόντες.
Η σπουδαιότερη Φιλανθρωπία είναι να μιλάς καλά για τους ανθρώπους.
Από την κουταμάρα καλύτερη η βουβαμάρα … Η δύναμη του σκότους περιμένει ευκαιρία. Ας μη μιλούμε, για να μην μετανοιώνουμε.
Την ώρα της κρίσεως και του προβλήματος, μην ανοίξεις το στόμα σου. Μην πεις τίποτε γιατί θα το μετανιώσεις χίλιες φορές. Πες το στους Αγγέλους να το πάνε στα Πόδια του Κυρίου και ζήτησέ Του Άγγελον Ειρήνης για να ειρηνεύσεις.
Άν έχεις αγάπη για όλο τον κόσμο, όλος ο κόσμος είναι όμορφος.
Αγαπώ με όλη μου την ψυχή κάποιον, θα πει προσεύχομαι γι’ αυτόν. Όποιος έχει την εμπειρία αυτή είναι στον Παράδεισο.
Στη ζωή μας, στην αρχή έχουμε ανάγκη από την παρουσία κάποιου άλλου προσώπου αγαπητού ή φιλικού. Όσο προχωρούμε, ο Ένας, ο Θεός, μας γεμίζει με την Αγάπη και την Χαρά Του τόσο ώστε Κανένας να μην χρειάζεται πιά. Όλα αυτά τα κάνει στην αρχή η ψυχή γιατί ακόμα δεν ξέρει Ποιον αγαπά και θαρρεί πως είναι εκείνος ο άνθρωπος…
Φόρεσα το Ράσο, και δεν μιλώ πια αν δεν με ρωτήσουν.
Το Ράσο μιλά.
Η γλώσσα του Θεού είναι η σιωπή.
Το Καντήλι της ψυχής μας είναι που πρέπει να είναι πάντα αναμμένο. Ακοίμητο.
Από το βιβλίο της μοναχής Γαβριηλίας “Γερόντισσα Γαβριηλία: Η Ασκητική της Αγάπης”, 15η έκδοση, Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας

 

Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου!

Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου, εξυπηρέτησε το θαύμα. Βιάζομαι εξαιτίας της ευσπλαχνίας μου να κατέβω από τον ουρανό και να αναζητήσω τον πλανεμένο Αδάμ. Η αμαρτία εξασθένησε τον άνθρωπο, που πλάσθηκε σύμφωνα με την εικόνα μου, σάπισε το δημιούργημα των χεριών μου και θάμπωσε την ομορφιά πού έπλασα. Ο λύκος κατατρώει το δημιούργημά μου, είναι έρημη η θέση του στον παράδεισο, το δένδρο της ζωής φυλάγεται από την πύρινη ρομφαία, έχει κλείσει πια ο τόπος της τρυφής. Επιθυμώ να ελεήσω τον κατατρεγμένο άνθρωπο και να συλλάβω τον εχθρό διάβολο. Επιθυμώ αυτό το μυστήριο να μην το μάθουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, σε σένα μόνο τον εμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στην παρθένο Μαρία. Πήγαινε στη ζωντανή πόλη, για την οποία ο προφήτης έλεγε· “ Πόλη του Θεού, δοξασμένα και εξαίσια ειπώθηκαν για σένα”. Πήγαινε στον λογικό μου παράδεισο, πήγαινε προς την πύλη της ανατολής, πήγαινε στο άξιο κατοικητήριο του Λόγου μου, πήγαινε στον δεύτερο ουρανό που βρίσκεται πάνω στη γη, πήγαινε στο ελαφρό και ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησέ την για τη βροχή της παρουσίας μου, πήγαινε στο αγίασμα που ετοιμάστηκε για μένα, πήγαινε στον νυμφικό κοιτώνα της ενανθρωπήσεως, πήγαινε στον αμόλυντο νυμφικό κοιτώνα της κατά σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στα αυτιά της λογικής κιβωτού, προετοίμασέ τα να μ’ ακούσουν χωρίς να τα τρομάξεις, ούτε να ταράξεις την ψυχή της Παρθένου. Κόσμια εμφανίσου στον έμψυχο ναό μου, πες σ’ αυτήν πρώτα τη χαρούμενη είδηση. Εσύ πες στη Μαριάμ το “ Χαίρε Κεχαριτωμένη”, ώστε εγώ να ελεήσω την εξουθενωμένη Εύα».

Τ’ άκουσε αυτά ο αρχάγγελος και όπως ήταν φυσικό μονολογούσε· « Παράξενη είναι αυτή η υπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αυτό που ειπώθηκε. Ο φοβερός στα Χερουβίμ, ο αθέατος στα Σεραφίμ, ο ακατάληπτος σ’ όλες τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, υπόσχεται μια ξεχωριστή επικοινωνία στην κόρη, προμηνύει μια αυτοπρόσωπη παρουσία του, μάλλον υπόσχεται μια είσοδο διά μέσου της ακοής και βιάζεται αυτός που καταδίκασε την Εύα να δοξάσει τόσο πολύ τη θυγατέρα της; Λέει “ας ετοιμαστεί η είσοδός μου διά μέσου της ακοής”. Όμως είναι δυνατόν ανθρώπινη κοιλιά να χωρέσει τον αχώρητο; Πραγματικά αυτό το μυστήριο είναι φοβερό».

Ενώ αυτά είχε στο νου του ο άγγελος, ο Δεσπότης του λέει· «Γιατί ταράζεσαι και παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δεν σ’ έστειλα προηγουμένως στον ιερέα Ζαχαρία; Δεν του μετέφερες τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη; Δεν επέβαλες την τιμωρία της σιωπής στον ιερέα που δεν σε πίστεψε; Δεν καταδίκασες τον γέροντα σε αφωνία; Εσύ δεν το ανακοίνωσες κι εγώ το επικύρωσα; Δεν ακολούθησε τη χαρμόσυνη είδησή σου η πράξη; Δεν συνέλαβε η στείρα γυναίκα; Δεν υπάκουσε η μήτρα της; Δεν εξαφανίστηκε η αρρώστια της ατεκνίας; Δεν υποχώρησε η απραξία της φύσης; Τώρα δεν κυοφορεί αυτή που προηγουμένως ήταν στείρα; Μήπως για μένα τον Δημιουργό υπάρχει κάτι που είναι ακατόρθωτο; Πως λοιπόν σε κυρίεψε η αμφιβολία;».

Τι απάντησε ο άγγελος; « Δέσποτα, το να θεραπεύσεις τα σφάλματα της φύσης, το να ηρεμήσεις την τρικυμία των παθών των ανθρώπων, το να ανακαλέσεις στη ζωή νεκρωθέντα ανθρώπινα μέλη, το να διατάξεις τη φύση ώστε να γεννήσει μια στείρα γυναίκα, το να θεραπεύσεις τη στείρωση σε γερασμένα μέλη, το να μετασχηματίσεις ένα γερασμένο ξερό καλάμι σε χλοερό, το να κάνεις την άγονη γη ξαφνικά πηγή σπαρτών, είναι πράγματα που γίνονται πάντοτε με τη δική σου δύναμη. Μάρτυρες που αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω είναι η Σάρρα, η Ρεβέκκα και η Άννα, οι οποίες, ενώ ήταν υποδουλωμένες στη φοβερή ασθένεια της στειρώσεως, απελευθερώθηκαν από σένα. Το να γεννήσει όμως παρθένος χωρίς τη συμμετοχή άνδρα, αυτό ξεπερνάει όλους τους νόμους της φύσης, αλλά και προαναγγέλλει τη δική σου παρουσία στην κόρη. Εσένα δεν σε χωρούν τα πέρατα του ουρανού και της γης, πως θα σε χωρέσει μια παρθενική μήτρα;». Ο Δεσπότης απάντησε· « Πως με χώρεσε η σκηνή του Αβραάμ;». Ο άγγελος είπε· « Επειδή, Δέσποτα, υπήρχε ένα πέλαγος φιλοξενίας, εκεί εμφανίστηκες στον Αβραάμ, δηλαδή στη σκηνή του, που ήταν δίπλα στο δρόμο και τη ξεπέρασες, επειδή τα πάντα γεμίζει η παρουσία σου. Πώς θα φέρεις το πυρ της θεότητος στη Μαριάμ; Ο θρόνος σου φλέγεται ακτινοβολώντας από την αίγλη σου και θα μπορέσει η ευκολόκαυστη παρθένος να σε δεκτεί;».

Ο Δεσπότης λέει· « Πράγματι, αν η φωτιά στην έρημο έβλαψε τη βάτο, κατά τον ίδιο τρόπο και η παρουσία μου θα βλάψει τη Μαρία. Αν εκείνη η φωτιά, η οποία σκιαγραφούσε την παρουσία από τον ουρανό της θεϊκής φωτιάς πότιζε τη βάτο και δεν την έκαιγε, τι θα έλεγες για την αλήθεια που κατεβαίνει από τον ουρανό όχι σαν πύρινη φλόγα, αλλά σαν βροχή;».

Τότε πλέον ο άγγελος εκτέλεσε τη διαταγή που πήρε και αφού παρουσιάστηκε στην Παρθένο της είπε πανηγυρικά· «“Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου”. Ποτέ πια ο διάβολος δεν θα είναι εναντίον σου, γιατί το σημείο που πλήγωσε ο εχθρός σου προηγουμένως, σ’ αυτό πρώτα – πρώτα τώρα ο ιατρός της σωτηρίας επιθέτει το έμπλαστρο. Από εκεί όπου εμφανίστηκε ο θάνατος, από εκεί μπήκε η ζωή. Από τη γυναίκα προέρχονται όλες οι συμφορές, αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά. Χαίρε Κεχαριτωμένη, μη ντρέπεσαι σαν να είσαι αιτία καταδίκης. Θα γίνεις μητέρα αυτού που καταδίκασε και λύτρωσε τον άνθρωπο. Χαίρε, αμίαντη μητέρα του Νυμφίου Χριστού στην ορφανή ανθρωπότητα. Χαίρε, εσύ που καταπόντισες στη μήτρα σου τον θάνατο της μητέρας της ανθρωπότητας Εύας. Χαίρε, ο ζωντανός ναός του Θεού. Χαίρε, συ που είσαι εξίσου κατοικία ουρανού και γης. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε της απόρρητης φύσης». Αφού όλα αυτά έτσι έχουν, εξαιτίας της ήλθε ο γιατρός για τους αρρώστους, «ο ήλιος της δικαιοσύνης, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι», η άγκυρα για όλους τους ταλαιπωρημένους και το ασφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ο Δεσπότης των δούλων που μισούνται αδιάλλακτα, ο σύνδεσμος της ειρήνης, εμφανίσθηκε ο λυτρωτής των αιχμαλώτων δούλων, η ειρήνη αυτών που βρίσκονται σε πόλεμο. «Αυτός βέβαια είναι η ειρήνη μας», την οποία ειρήνη μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή και δύναμη τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.

από Ομιλία εις τον ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, Ιωάννου του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 

Το Τάμα του Στρατηγού Μακρυγιάννη στην Παναγία

Εις την δόξα! Εις την δόξα! Εις την δόξα του Θεού, της Αγια-Τριάδος, της Θεοτόκος, του Α-Γιάννη του Βαφτιστή και πάντων των Αγίων, και του Αγίου Βασιλείου: να πρεσβέψει εις την ΠαντοδυναμίανΤου κ εις την ΒασιλείανΤου να μας λευτερώσει τώρα εις το νέον έτος, να μας λευτερώσει απο την κακία μας, απο την ιδιοτέλειά μας κ απο τα πάθη μας, κ απο την επιβουλίαν των ξένων!

Εις την παραμονή του Αγίου Βασιλείου τα 1850∴, ξημερώνοντας τα 1851∴, σημειώνω εγώ ο αμαρτωλός όσα θάματα αξιώθηκα να ιδώ εις τον ύπνο μου κ όση ευεργεσία είδα εγώ κ όλη μου η φαμελιά κ όσα μου είπαν άλλοι. Κ εις τον κίντυνο της πατρίδος κ θρησκείας: απο την κακία μας κ διχόνοιά μας κ ιδιοτέλεια μας κιντυνεύαμεν να χαθούμεν πάντοτες• ήταν το χέρι του Θεού κ της Βασιλείας Του κ μας έσωσε εις όλους τους κιντύνους. Όλα αυτά τα είχα γραμμένα εις τ’ άλλομου το ιστορικόν, οπου φαντάστηκα κ εγώ ο μικρότερος άνθρωπος της πατρίδοςμου κ όλης της κοινωνίας του κόσμου, κ αγράμματος, δια να βαρύνω τους σοφούς κ μεγάλους ανθρώπους της κοινωνίας κ μικρούς. Όποιος καταδεχτεί να διαβάσει εκείνο κ τούτο, όποιος ορθόδοξος Χριστιανός, κ άλλης φυλής, οπου θα λάβει τον κόπον να διαβάσει, άς πιστεύει• κ άν δέν θέλει, δέν τον βϊάζει κανένας. Εγώ θα τα σημειώσω, κ άν λέγω ψέματα: αυτός ο Θεός κ η ΒασιλείαΤου άς με κάμει στάχτη κ κουρνιαχτό, άν είμαι απατεώνας.

Εις δόξα του Θεού σημειώνω πρώτα την μεγάλη Ευσπλαχνίαν του Θεού οπου είδα, οπου έκαμεν εις εμένα τον αμαρτωλόν: τα 1837∴ μου άνοιξαν οι πληγές του σώματόςμου, οπου είμαι πληγωμένος εις τα δεινά της πατρίδος, κ έκαμα αστενής τέσσερους μήνες. Έτρεχαν οι πληγές απο το χέριμου κ απο τ’ άλλομου το σώμα, ετρύπησε το σώμαμου όλο απο την πολυκαιρία της αστενείαςμου. Είχα οχτώ γιατρούς. Τέλος, σώθηκαν οι ελπίδες κ απο’μένα κ απ’ όλους τους γιατρούς. Με το σεντόνι με γύριζαν, οτι έμεινα πετσί οτι έμεινα πετσί κ κόκκαλα: εσούρωσε το σώμαμου εξ αιτίας το τρέξιμον των πληγώνμου. Τότε οι ελπίδες όλες ενέκρωσαν. Έστειλα, ήρθε ο πνευματικός, με ξεμολόγησε, με μετάλαβαν. Ήμουν κ εγώ ο ίδιος κατακουρασμένος, την άχλιαν κατάστασιν οπου κατήντησα• κ αφάνισα κ όλους τους ανθρώπους του σπιτιού: συγυρίζοντας με, κ άγυπνοι τόσες μήνες, φωνές νύχτα κ ημέρα – αστένησαν κ αυτείνοι. Έλεγα: πότε να πάρει ο Θεός την ψυχή να λευτερωθώ κ εγώ κ αυτείνοι!

Ήρθε ημέρα, όλοι οι ιατροί με αποφάσισαν. Έρχεται κ η γυναίκα μου με όλα μου τα παιδιά να πάρουν τον τελευταίον ασπασμόν• εκεί οπου μπήκαν μέσα κ τους είδα, είπα: «αυτείνοι είναι πεθαμένοι κ σβησμένοι όλοι εις το εξής, κ θα τριγυρνούν τους δρόμους, δυστυχισμένοι!». Τότε δοξάζω τον Θεόν κ Τον περικαλώ να με αφήσει μόνον δι’ αυτούς τους αδύνατους κ ανήλικους. «Βαγγελίστρα!» είπα, «πρέσβεψε κ σώσε, οτι η ώρα ήρθε!». Λέγω των γιατρών: «πιάστεμε κ βγάλτεμε εις την σάλα με όλο το σεντόνι!». Μου λέγει ο επόπτης: «τώρα σε ολίγο εκεί θα βγείς! Τους λέγω: «βγάτε όλοι όξω ευτύς! μήν μείνει κανένας εδώ!»• τους έβγασα, βγήκαν. Κατεβαίνω μόνοςμου κ βάνω τα παπούτσιαμου κ πετάγομαι τρέχοντας εις την σάλα, κ δίνω ένα σάλτο κ πετάχτηκα απάνω εις τον καναπέ, εκείνος ο αδύναμος, το αδύνατο το σώμα! Έπεσα λιπόθυμος κ πήρα έναν ύπνο ώς ένα κάρτο οπου τέσσερους μήνες ύπνο δέν είδα, κ τα μάτιαμου ξυλιασμένα, κ όλο φωνές! Τότε τους λέγω να μου σάσουν τ’ άλογομου κ να του βάλουν σκουτιά απάνω εις την σέλλα. Τό’σασαν, μ’ έπιασαν οι άνθρωποι μ’ έβαλαν απάνω, κ πήγα εις την Συριανή, εις την Παναγίαν• κ την ίδιαν ημέρα εκεί ζήτησα να φάγω. Εκεί έκατσα ένα μήνα, κλείσαν οι πληγές πίσω, κ σηκώθηκα, σάν θέλει ο Θεός κ η Χάρη Της, κ ήρθα εδώ.

Η γυναίκαμου ήταν γκαστρωμένη, το παιδί έτρωγε αυτείνη την θροφή εις την κοιλιά, γεννιέται το παιδί, σερνικόν, γένεται δύο, τριών χρονών, βγαίνει το τρικούκουλο: του ανοίγουν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες! Έκαμεν με αυτά περίτου από’ναν χρόνον δέν στάθηκε δυνατό να το γιατρέψουν όλοι οι ιατροί της Αθήνας, κ από’ξω άλλοι, πραχτικοί. Τάζω κ αυτό εις τον μεγάλον Γιατρό, τον Θεόν, κ την Βαγγελίστρα.

Κ όταν αστένησα εγώ, τάχτηκα να πάγω εις την Μεγαλόχαρη, την Βαγγελίστρα. Όταν ήμουν σε κίντυνο, ταζόμουν – όταν γιατρεύτηκα, τ’ αστόχησα να πάγω• αρρωσταίνοντας κ το παιδί, το τάζω κ αυτό – κ να το πάρω να πάγω• αστοχώ κ αυτό. Όταν έγινε γερό, έρχεται η Τρίτη Σεπτεβρίου την νύχτα οπου μας είχαν τρογυρισμένα όλα τα στρατέματα, κ εγώ χωρίς δύναμιν, κ την αυγή θα με βαίναν εις την τζελατίνα • τότε περικαλιούμαι τον Θεόν κ την ΧάρηΤης να μας προφτάσουνε• κ όντως έκαμεν νεκρανάστασιν σ’ εμάς κ μας έσωσε• τάχτηκα κ τότε, πάλε τ’ αστόχησα. Τις ημέρες εκείνες της Τρίτης Σεπτεβρίου, εις τις έξι, εις τις εφτά μέρες εκείνου του μηνός, βλέπει ένας γερο-σεβάσμιος αγωνιστής, κάτοικος έξω εις τα χωριά, την νύχτα οπου ετοιμαζόταν να κοιμηθεί κ πήγε εις τα εικονίσματάτου να κάμει την προσευκήτου, βλέπει ένα σύγνεφον κ του λέγει: «γνωρίζεις τον Μακρυγιάννη;». Αυτός – τον πήρε ο φόβος. «Μήν φοβάσαι! Τον γνωρίζεις;» του λέγει. Λέγει κ αυτός ο δυστυχής: «τον γνωρίζω». – «Να πάς να του ειπείς: δι’ αυτό οπου εργάστη, θα τον κιντυνέψουν πολύ κ αυτόν. Κ αυτό μήν φοβηθεί• άς έχετε τις ελπίδες εις τον Θεόν, κ θα σας σώσει. Κ να του ειπείς να πάγει εκεί οπου τάχτη τόσες φορές (κ γιατρεύτηκε κ εσώθηκαν όλοι απο τον κίντυνο): να πάγει εις την Βαγγελίστρα». Αυτός δέν ήρθε• αφού τρείς φορές το είδε, κ τον βίασε κ ήρθε κ μου το είπε, πάλε το βάρησα εις του κουφού.∴)

Όταν θα βαρούσαμεν τουφέκι την Τρίτη Σεπτεβρίου, βλέπει ένας άλλος αγωνιστής, Χριστιανός καλός, τις δύο του μηνός ξημερώνοντας, οτι βρέθη εις το περιβόλιμου αυτός κ ένας λαμπροφορεμένος ώς δεσπότης• κ παρουσιάστηκα κ εγώ. Του λέγει αυτεινού του αγωνιστή ο δεσπότης: «αυτόν οπου λέπεις – κ θα τον σώσω απο τον κίντυνον. Κ σταύρωσε κ έλαμψε ο τόπος. Κ ευθύς παρουσιάζομαι κ με δύο παιδιά μικρά. Κ ξύπνησε ο άνθρωπος, κ ήρθε κ μου το είπε. Ώς τώρα σας έγραφα, αναγνώστες, θεοτικά. Τώρα θα σας γράψω κ δαιμονικά:

Η γυναίκα αφού γκαστρώθη, επιάσαμεν μιάν φαγωμάρα κ γκρίνια μεγάλη: με όλη την φαμελιά. Κ άρχισε η γυναίκα κ σώνεταν, κ όλο έρευε. Ήφερα  γιατρούς, τόσα πράματα! Κ σάπισαν κ τα στήθιατης, την πονούσαν, οπου δέν κοιμάτον νύχτα κ ημέρα.

Έρχεται ένας αγωνιστής απο την Αίγυπτο, ήτον μαζί μου εις τον αγώνα της πατρίδος. Βλέπει την φαμελιάμου σ’ αυτείνη την κατάστασιν, λέγει: «της έχουν κάμωμα καμωμένο δαιμονικόν». <Εκεί στην Αίγυπτο έμαθε απο την αρχαία σοφία της Ανατολής>. Εγώ αυτό δέν το πιστεύω• με βιάζει να το πιστέψω, μου λέγει: «το βράδυ θα ιδούμεν τί είναι, το βράδυ!». Έκατσε όλη μέρα μαζί μου• το βράδυ, τα μεσάνυχτα, με παίρνει εμένα, κ παίρνω κ άλλον έναν άνθρωπο, οτι φοβήθηκα μόνος μου, κ κατεβαίνουμε εις το περιβόλι μου. Κ γυμνώνεται αυτός, καθώς τον έκαμεν η μάνατου• κ άρχισε, ώς μίαν ώρα κάτι <σε γλώσσα ακατάληπτη απο τον Μακρυγιάννη> είπε εκεί, είπε, είπε• τότε μας λέγει: «φέρτεμου ένα τσαπάκι». Κ σκάβει εις την πόρτα, οπου τρώμεν ψωμί απο μέσα, κ βγαίνει ένα πράμα δεμένο: ένα πανί, κ δεμένο με πλήθος σπάγγους• κ του κόβομεν αυτά τα σκοινιά κ τ’ ανοίγομεν• κ ήταν μέσα τρία πιρούνια μεγάλα, κ ήταν πλήθος βελόνες, υδράργυρος, κ στάχτη, κ κοκκαλάκια απο πεθαμένους, κ σημάδια <=δείγματα> απο τα σκουτιά της γυναικόςμου κ απο τα δικάμου• κ φαινόταν κ εκείνα τα κομμάτια απο τα ρούχα μας πώς τα είχαν κομμένα κ τρυπημένα>• κ τα πήρε κ τα τσάκισε όλα αυτά τα καρφιά κ βελόνες, κ τ’ άλλα τά’καψε κ τα πέταξε έξω εις τα χωράφια. Κ άρχισε η γυναίκα ν’ αναλαβαίνει. Όμως τα στήθια της την πονούσαν ακόμα. Ήρθε ο καιρός, κ κάνει δύο παιδιά, <δίδυμα> σερνικά. Βλέπω εις τον ύπνο μου: «αυτά να τα βαφτίσεις το νέον έτος. Το ένα να το ειπείς Δημήτρη κ τ’ άλλο Γιώργη». Αυτό το είδαν κ άλλοι εις τον ύπνο τους. Κ τά’ βγαλα καθώς είδα, κ εις την βάφτισιντους μαζώχτηκαν ένα πλήθος ανθρώπων. Κ ακολούθως σημειώνω την Ευσπλαχνία του Θεού:

Αφού τα γέννησε, ώς δεκοχτώ ημέρες, ήτον η γυναίκα πολύ καλά – ξυπνάγει με μεγάλες φωτιές κ παραλογισμούς, πονούσαν τα στήθιατης κ όλοτης το σώμα, όσο πήγαινε: εις το χερότερον. Ήφερα – είχα τρείς γιατρούς, τους καλύτερους• έκαμεν αρκετές ημέρες, αδυνάτισε πολύ απο τα αίματα, απο πλήθος αβδέλλες, κ γλυστήρια κ γιατρικά• πλέον φρένιασε: ούτε μιλούσε, ούτε γνώριζε, ούτε μπορούσε να αιστθανθεί να πάρει γιατρικόν. Σάν την είδαν οι γιατροί σ’ αυτείνη την κατάστασιν, απολπίστηκαν. Τότε μου λένε: «δέν είναι πλέον ελπίδος! Κ σου το λέμεν, οτι είσαι στρατιωτικός κ δεν <ταιριάζει> να σε απολπίζουν αυτά• οτι τέτιος είναι τούτος ο κόσμος». Κ: «ο Θεός είναι δυνατός!»• κ φύγαν. Κοντά τα μεσάνυχτα έρχεται ο Αλέξαντρος, γιατρός, ώς συγγενής (κ τον έχω εις το σπίτι με σύμβαση Την είδε εις την ίδια κατάστασιν, σηκώθη κ’ έφυγε πολλά λυπημένος. Τότε κ εγώ απολπίστηκα. Μαζώνω τα παιδιάμου, πηγαίνω εις τις εικόνες, κάνομεν τις μετάνιεςμας• κ κλαίγαμεν• κ έλεγα: «Κύριε! αυτά τα παιδιά ανήλικα, κ τόσον κόσμο εδω μέσα, τί να τους κάμω εγώ ο δυστυχής;». Εκεί οπού’κανα την προσευκήμου με τα παιδιάμου, μού’ρθε εις την ιδέαμου: (αύριον ξημέρωνε Κυριακή) άν ζήσει η γυναίκα ώς αύριον, να στείλω τα παιδιά εις την εκκλησίαν απο μίαν λαμπάδα, να κάμουν την προσευκήτους – κ ο Θεός άς γένει Έλεος εις αυτά οπου θα μείνουν αρφανά. Σηκώθηκα, πήγα εις τον άρρωστον, της έβαλα κ δύο γυναίκες συγγενείςτης, ό,τι τραβάγει <=απαιτείται> να της πιάσουνε τα μάτια όταν της βγεί η ψυχή. Εγώ, λυπημένος κ μπαϊλντισμένος, τόσες ημέρες άγρυπνος, με πονούσε κ το κεφάλι, είπα των γυναικών να σταθούν με τον άρρωστον κ εγώ να πέσω να κοιμηθώ ολίγον. Εκεί οπου πήγα εις την ταράτσα να κοιμηθώ, σήκωσα τα μάτιαμου εις τον ουρανό, κ περικαλούσα κ έκλαιγα• κ λέγω: «Βαγγελίστρα μου, πολλές φορές μ’ έσωσες κ’ εμένα κ το σπίτιμου όλο (κ εγώ στάθηκα αχάριστος). Κ τώρα να μου βρεθείς, οτι’ είμαι χαμένος!»• κ έγειρα. Την ίδιαν στιγμή οι γυναίκες αποκοιμήθηκαν – κ ο άρρωστος μόνοςτου• πηγαίνει ένα σύγνεφον κ κατεβάζει την γυναίκα κάτω απο το στρώμα – κ τέτια λευτεριά οπου δέν την είχε όταν ήταν κορίτσι! Τότε της ήρθε ο νούςτης• τότε είδε οπου ήτον μαγαρισμένη κ δέν ένιωθε• τότε σήκωσε αυτά τα σκουτιά μόνητης, άλλαξε παστρικά σκουτιά, πήγε εις το παλεθύρι να πιεί νερό – πάτησε την θείατης• βλέποντάςτην απο πάνω της, έκοψε το αίματης• της λέγει: «μήν φοβάσαι, θείαμου• κ σήκωσέμου το  στρώμα, κ τ’ άλλα τα σκουτιά οπού’ναι μουρνταρισμένα, οτι δέν μπορώ να τα σηκώσω μόνημου». Πήρε να ξημερώσει, μπήκα κ εγώ μέσα να ιδώ: την συγύρισαν καλά ή όχι; Ανοίγοντας την πόρτα, μου λέγει: «άντρα, να πάς εις την Βαγγελίστρα!» κ μου λέγει όλα αυτά. Εγώ, αδελφοί, περικαλιούμαι έξω, κ τί λέγω εγώ έξω: μου τα λέγει όταν μπήκα μέσα! Την ίδια ώρα έστειλα κ ήρθαν οι παπάδες, διάβασαν, κ σηκώθη εντελώς. Ήρθαν οι ιατροί, μου είπαν: «έγινε μεταβολή». Εγώ δέν τους είπα τίποτας απο αυτά• τους πλέρωσα κ τους ευκαρίστησα. Κ εγώ κ ο άρρωστος γνωρίσαμεν τον αληθινόν Γιατρόν! – Μετανογάγω, πάλε δέν πηγαίνω εις την ΧάρηΤης.

Σε δύο ημέρες, βλέπει ένας Χριστιανός εις τον ύπνοτου οτι ήρθε ένας καλόγερος εις το σπίτι μου, κ μιά μαυροφόρα, εις τον οντά οπου κοιμούμαι μόνοςμου, κ μου λέγει η γυναίκα οτι: «Εγώ δέν ήθελα να ματά’ρθω σ’ εσέναν ο Γιάννης με παρακίνησε (ήτον ο Άγιος Γιάννης ο Βαφτιστής), οτι σ’ έσωσα τόσες φορές κ δέν ήρθες εις το σπίτιΜου, Με γέλασες. Σου γιάτρεψε κ ο ΜονογενήςΜου, (κ: εγώ τον περικάλεσα κ ήρθαμεν κ) σου γιατρέψαμεν το γεταίρι σου να μήν ανεμείνουν αρφανά τόσα αδύνατα χελιδονάκια κ γιάτρεψε ο ΜονογενήςΜου το στήθοςτης κ Εγώ το χέριτης, οπου θα πάγαινε απο αυτά• κ της έβγαλε τόσα σάπια απο του καταραμένου τις ενέργειες». Τότε εγώ άρχισα να κλαίγω. Μου λέγει: «μήν κλαίς. Ξέρεις ποιός σε φυλάγει εσέναν;»• ευτύς (είχε απο κάτω απο το ράσοτης μιάν λαμπάδα κ) την σήκωσε απάνω κ άναψε: «αυτό το Φώς του Αφεντός Μας σε φυλάγει! Κ να’ρθείς εις το σπίτι Μου». Έρχεται ο άνθρωπος την αυγή, μου λέγει όλα αυτά. Τότε εγώ αποφασίζω να πάγω κ να πάρω κ το παιδί οπου το γιάτρεψε απο τις πληγές κ τό’ταξα να το πάρω να πάμεν – αρχινάγω κ συλλογιούμαι: «πού να πάρω παιδί!», φοβόμουν κ την θάλασσα, δέν είχα κ έξοδα εις το χέρι• κ δι’ αυτά όλα άρχισα να μετανογώ δια το παρόν, να μήν πάγω• κ φοβόμουν κ την εξουσίαν, να μήν μου κάνει αντενέργ<ει>ες <με την καχυποψία> οτι πάγω να κάμω συνομωσίες αυτά όλα μού’φερναν δυσκολίες.

Την άλλη βραδυά βλέπει μιά γυναίκα την Χάρη Της, τον Α-Γιάννη, τον Άγιον Σπυρίδωνα κ τον Άγιον Νικόλα, κ ήρθαν εις την κάμαρη, κ βαστούσα εγώ το παιδί εις τα χέρια• μου λέγει η Χάρη Της: «μήν παίρνεις το παιδί μαζί σου τώρα• κ μήν φοβάσαι απο αυτούς, δέν σου κάνουν τίποτας• κ μήν φοβάσαι κ την θάλασσα: θα σε πάρω Εγώ κ ο Γιάννης κ ο Σπύρος κ ο Νικόλας να σε πάμεν κ να σε φέρωμεν πίσω εις την οικίανσου». Αφού έρχεται η γυναίκα κ μου λέγει αυτά (όσα εγώ συλλογιόμουν μόνος μου μου τα λέγει αυτείνη!) – παίρνω έναν άνθρωπον, κατεβαίνω κάτω, ήταν κ το παπόρι δια να φύγει, μπήκα μέσα• έπεσα να κοιμηθώ απάνω (δέν μπορούσα κάτω εις τ’ αμπάρι) – μου λένε: «σήκω!». Εγώ έλπιζα οτ’ ήμαστε ακόμα εις τον Περαία, ανακατώνονταν οι άνθρωποι κ θα σηκώσουν σίδερο <=άγκυρα> να φύγωμεν – μου λένε: «σήκω, θα βγούμεν εις την Σύρα!». Τηράγω, βλέπω Σύρα. Εβήκαμεν έξω, εις τους φίλους• έφαγα ψωμί• θέλανε να μου κάμουν τραπέζι άλλοι το βράδυ – είπα του παιδιού κρυφά κ’ έπιασε καΐκι• σε δύο ώρες πήγαμεν εις την Τήνο• επήγα σ’έναν κουμπάρομου, έκατσα εικοσιτρείς ημέρες• πήγα εις την ΧάρηΤης, νήστεψα κ ξεμολογήθηκα να μεταλάβω. Είπα των επιτρόπων να μου βάλουν ένα σκουτί να κοιμηθώ κάτω, εις την εκκλησίαν οπου φανερώθη η ΧάρηΤης• μού’στρωσαν εμπροστά εις την εικόνα. Η εκκλησιά είναι μεγάλη. Εκει μέσα, λέγω του ανθρώπουμου: «εσύ σύρε πέρα τις εικόνες κ κοιμήσου – κ άν θέλεις, δοξολόγα τον Θεόν κ την ΧάρηΤης • ει δέ, κοιμήσου• ό,τι θέλεις ακολούθα». Άρχισα εγώ να κάμω τις μετάνιεςμου κ την αμαρτωλήμου προσευκή εις τους Σωτήρας της πατρίδοςμου κ θρησκείαςμου κ’ εμένα του αμαρτωλού κ όληςμου της οικογένειαςμου. Αφού άρχισα τις μετάνιεςμου κ την προσευκή μου καμόση ώρα, πήγα εις την ΧάρηΤης να ασπαστώ, να κοιμηθώ ολίγον κ πάλε να σηκωθώ• άμα πήγα να απαστώ, κάνει έναν χτύπον η εικόνα, οπου δέν μπορώ να σας το παραστήσω! Ξυπνάγει ο άνθρωπος απο το πέρα μέρος, οπου τ’ άκουσε, ήρθε εκεί, «τί ήταν αυτό;» μου λέγει – μήτε εγώ ήξερα μήτε εκείνος. Μετάλαβα την αυγή. Πήγαινα, όσες μέρες στάθηκα: πήγαινα εις την ΧάρηΤης, λυτρωνόμουν. Κ καθόμουν με τους επιτρόπους κ πατέρες. Εκεί ήμουν τυχερός, δια της ΦώτισήςΤης: πήρα κ μίαν εικόνα, όσ’η είναι η ΧάρηΤης, ασημένια, ‘ο Ευαγγελισμός’, οχτακοσίων χρόνων• την είχαν πάγει απο την Κρήτη εις την ΧάρηΤης• κ μου την δώσαν. Κ χωρίς να ενιώσω την θάλασσα, γύρισα πίσω εις το σπίτιμου, με την ΑγαθότηΤης κ με την Ευσπλαχνία Της.

(Οράματα και Θάματα, Στρατηγού Μακρυγιάννη, Μ.Ι.Ε.Τ., σελ. 41-49)

 

 Το 21 στα σχολικά βιβλία Γλώσσας: το ύπουλο παιδομάζωμα!

Δημήτριος Νατσιός

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κ᾽ ἠγαπημένε πάντοτ’ εὐκολόπιστε καί πάντα προδομένε (Διονύσιος Σολωμός)

Νατσιός Δημήτριος, δάσκαλος Κιλκίς

Λίγο πρίν ἀπό την Ἐπανάσταση ὁ ἀπροσκύνητος Κλέφτης, Θεόδωρος Γρίβας, συλλαμβάνεται ἀπό τό «θηρίο» τῶν Ἰωαννίνων, τόν περιβόητο Ἀλῆ πασᾶ καί καταδικάζεται σέ θάνατο δι᾽ ἀπαγχονισμοῦ. Ὁ σπουδαῖος ἀθηναιογράφος Δημ. Καμπούρογλου, στό Βιογραφικόν Σχεδίασμα (ἐκδ. «Βεργίνα», Ἀθήνα, σ. 18) γιά τόν ἀγωνιστή τοῦ ᾽21 Θ. Γρίβα, διασώζει ἕνα χαρακτηριστικό ἐπεισόδιο: «Ὅταν ὁ δήμιος ἐπλησίασε κρατῶν τό σχοινίον, ὁ Γρίβας ἐκάλυψε τήν κεφαλήν του διά τοῦ ἐνδύματός του. Ὁ σατράπης διέταξε τότε τόν δήμιον νά σταθῇ, τόν δέ Θεόδωρον νά πλησιάσῃ· καί τῷ εἶπε: Γιατί σκέπασες τό κεφάλι σου, φοβήθηκες τόν θάνατον; Δέν ἤξερες ὅτι ἀφοῦ ἀκολούθησες τή δουλειά τοῦ πατέρα σου αὐτή θά ἦταν ἡ τύχη σου; Δέν φοβήθηκα τόν θάνατο, ἀπεκρίθη ὁ Θεόδωρος, τόν φόβο τόν ἄφησα στήν κοιλιά τῆς μάνας μου, οὔτε θά μείνω χωρίς ἐκδίκησι· καί πατέρα ἔχω καί τέσσερεις ἀδελφούς· μά ντρέπομαι τόν κόσμο πού θά μέ ἰδῇ νά πεθάνω ἔτσι καί ἀπό τά χέρια τέτοιων παληανθρώπων (καί ἔδειξε τούς Γύφτους, οἵτινες συνήθως μετήρχοντο τό ἐπάγγελμα τοῦ δημίου). Ἐζήτησα τόν θάνατο, ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ᾽ αὐτός μέ ἀρνήθηκε. Ἡ ἀπάντησις αὕτη τόσην ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τόν Ἀλῆ, ὥστε διέταξε νά μήν τόν ἀπαγχονίσωσι, ἀλλά νά τόν ρίψωσιν εἰς τάς φυλακάς».

Αὐτή εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς σημερινῆς Πατρίδας. Ξακουστή, «ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη καί σεβαστή κι ἁγία», στέκεται ἁλυσοδεμένη ἐνώπιον τῶν δημίων της καί κρύβει το πρόσωπό της, ὄχι ἀπό ντροπή -«τιμιωτέρα ἰδιότης στήν οἰκουμένη» δέν ὑπάρχει, Ἑλλάδα- ἀλλά γιά νά μή βλέπει τούς χα-μαίζηλους σατραπίσκους πού τήν «ἀπαγχονίζουν».

Καί τό «ἰκρίωμα», ἡ ἀγχόνη, ἔχει στηθεῖ μές στίς σχολικές τάξεις, ὅπου γιά πρώτη φορά ἀπό ἱδρύσεως τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους κυκλοφοροῦν «βιβλία» -πανέρια μέ ὀχιές- στα ὁποῖα εὐτελίζονται καί γελοιοποιοῦνται τά πολυτίμητα τζιβαϊρικά τοῦ Γένους, ἡ ἀμώμητος Πίστη, ἡ Πατρίδα, οἱ ἐθνικοί ἀγῶνες, ἡ ἐξαίσια Παράδοσή μας! «Γιατί καί κεῖνα πού σεβάστηκεν ὁ Τοῦρκος, τ’ ἄθεα γράμματα τά πατᾶνε καί πᾶνε νά τά ξεριζώσουνε…

Τά ἄθεα γράμματα ὑφαίνουνε τό σάβανο τοῦ Γένους» μοιρολογεῖ ὁ Παπουλάκος (Ἰδιοπροσωπία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἐκδ. «Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν», Ἀθήνα 1999, σ. 397).

Θά περίμενε κανείς ὅτι τό ᾽21, τά γενέθλια τοῦ κράτους μας, τό ἄφραστον θαῦμα τῆς Θεοτόκου -γιατί θαῦμα τῆς Θεομάνας μας ἦταν ἡ λευτεριά- θά τό προσέγγιζαν «οἱ νάνοι καί οἱ ἀρλεκίνοι, οἱ τροπαιοῦχοι τοῦ ἄδειου λόγου» (Παλαμᾶς), θά τό ἀντιμετώπιζαν μέ τήν πρέπουσα ἱερότητα. Νά, ὅπως τά εὐλογημένα γιαταγάνια καί καριοφίλια τῶν κλεφταρματολῶν: Τοῦ ἀντρειωμένου τ᾽ ἅρματα δέν πρέπει νά πουλιῶνται μόν’ πρέπει τους στήν ἐκκλησιά ἐκεῖ νά λειτουργιῶνται.

Γιατί τό ᾽21 εἶναι τό «ἅγιο Βῆμα» τῆς ἱστορίας μας!! «Ἡ ἑλληνική Ἐπανάσταση εἶναι ἡ πιό πνευματική ἐπανάσταση πού ἔγινε στόν κόσμο. Εἶναι ἁγιασμένη… Ἡ σκλαβιά πού ἔσπρωξε τούς Ἕλληνες νά ξεσηκωθοῦν καταπάνω στόν Τοῦρκο δέν ἤτανε μονάχα ἡ στέρηση κ’ ἡ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, ἀλλά, ἀπάνω ἀπ’ ὅλα, τό ὅτι ὁ τύραννος ἤθελε νά χαλάσει τήν πίστη τους, μποδίζοντάς τους ἀπό τά θρησκευτικά χρέη τους, ἀλλαξοπιστίζοντάς τους καί σφάζοντας ἤ κρεμάζοντάς τους, ἐπειδή δέν ἀρνιόντανε τήν πίστη τους γιά νά γίνουνε μωχαμετάνοι. Γιά τοῦτο πίστη καί πατρίδα εἴχανε γίνει ἕνα καί τό ἴδιο πρᾶγμα» (Φώτη Κόντογλου, Ἡ Πονεμένη Ρωμιοσύνη, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθήνα 71989, σ. 275). Γιά κάποιους ὅμως, πού κακῇ τῇ ὥρᾳ, γράφουν καί σχολικά βιβλία Γλώσσας, ἡ Ἐπανάσταση δέν εἶναι «ἁγιασμένη», ἀλλά εὐκαιρία γιά -ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση- «χαβαλέ», γιά σαχλεπίσαχλες ἐπινοήσεις! Εἶναι δυνατόν νά διακωμωδεῖται τό ᾽21; Ἔχουν δικαίωμα κάποιοι νά γελοιοποιοῦν τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους;

Στήν Νεοελληνική Γλῶσσα Α´ Γυμνασίου (σ. 82-83) περιέχεται κείμενο -ἀφιέρωμα στό ᾽21 μέ τίτλο «Ἡ παράσταση». Ἀντιγράφω ἕνα ἀπόσπασμα: «…τότε ὁ Βαγγελάκης πού ἔκανε τόν Μπότσαρη καί τόν στένευε ἡ στολή του, ἔσκυψε νά πάρει τά τσαρούχια μου νά μοῦ τά δώσει καί φάνηκε τό σώβρακό του καί τά κορίτσια ἔβαλαν τά γέλια κι ἐκεῖνος τά κλάματα…

Καί ὁ κύριος διευθυντής… ἄρχισε νά φωνάζει:

– Ζήτω ἡ 25η Μαρτίου! καί εἶπε «καί τοῦ χρόνου» κι ὅλοι σηκώσαμε τά χέρια μπροστά καί εἴπαμε καί ζήτω κι ἡ κυρία Οὐρανία φώναξε πάλι προσοχή! καί σταθήκαμε ὅλοι προσοχή καί τραγουδήσαμε τόν ἐθνικό ὕμνο καί γιατί χαίρεται ὁ κόσμος καί χαμογελάει πατέρα; καί φύγαμε νά πᾶμε σπίτι μας νά φᾶμε σκορδαλιά γιά τό καλό τῆς ἡμέρας, νά κοιμηθοῦμε, νά ξυπνήσουμε, νά βάλουμε τά καλά μας καί νά πᾶμε νά ποῦμε χρόνια πολλά τοῦ Βαγγελάκη πού εἶχε τήν ἐθνική ἑορτή του».

(Σέ τέτοια ἀξιοθρήνητη γλῶσσα γραμμένο τό κείμενο – «σπασμένα ἑλληνικά»!! Και στήν ἴδια σελίδα, ἀντί νά μπεῖ μιά εἰκόνα τοῦ ᾽21, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ «Ἔξοδος», παρεισέφρησε διαφήμιση γιά το ἐρεβοειδές κινηματογραφικό ἔργο «Ὁ ἄρχοντας τῶν δαχτυλιδιῶν»!!).

Τό ἴδιο χλευαστικό καί ἀνίερο ὕφος συναντοῦμε καί στό «Τετράδιο Ἐργασιῶν» Νεοελληνικῆς Γλώσσας τῆς Β´ Γυμνασίου (σ. 35). Κείμενο μέ τίτλο «Ἀρχίζουμε πρόβες γιά τήν ἐθνική γιορτή». Ἀντιγράφω καί ἀπό αὐτό τό κουρελούργημα ἕνα ἀπόσπασμα (τά ἀποσπάσματα ἐνίοτε εἶναι καί… ἐκτελεστικά! «Ἐκτελοῦν» καί μαγαρίζουν ἀνυποψίαστες, ἀθῶες παιδικές ψυχές!).

«Τέλεια! Σήμερα στό μάθημα τῆς μουσικῆς ἦταν τέλεια! Γιατί ἀπό αὔριο ἀρχίζουμε πρόβες γιά τή γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου. Θά κάνουμε πρόβες μέ τή χορωδία, θά χάνουμε μαθήματα! Ἔχουμε μιά κάπως μικρή χορωδία στό σχολεῖο, καμιά τριανταριά ἄτομα καί ἔχει πλάκα. Τό ρεπερτόριο θά ‘ναι τό συνηθισμένο: Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι καί δῶσ᾽του… Ἀπό τώρα ὀνειρεύομαι τίς ὧρες μαθημάτων πού θά χαθοῦν στίς πρόβες. Καί ἡ καλλιτεχνικοῦ, ἡ Βαφιώτη, μᾶς λέει ὅτι θέλει μιά ὁμάδα νά σχεδιάσει κάτι σκηνικά καί κάτι Κολοκοτρώνηδες καί κάτι σημαῖες καί δάφνες. Μέσα! Ὑπολογίζω κι ἄλλες χαμένες ὧρες μαθημάτων…».

Ἐρωτῶ: Πῶς θά μάθει ὁ ἄγουρος νέος μαθητής, πῶς θά τοῦ καλλιεργηθεῖ τό σέβας γιά τό ᾽21 καί ἡ ὑπερηφάνεια γιά τόν ἡρωισμό καί τήν αὐτοθυσία τῶν προγόνων του, ὅταν τοῦ «διδάσκουμε» τέτοιες ἀθλιότητες; Γιατί ὕστερα νά μήν καίουν τήν σημαία μας; Ποῦ εἶναι τά γραμμένα μέ αἷμα «ἀπομνημονεύματα» τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα; Τί ἀπέγιναν οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι τοῦ Σολωμοῦ, πού τιτλοφόρησε κατ᾽ ἀρχάς τό ἀριστούργημά του μέ τή λέξη Χρέος; Ὁ μεγάλος ἐθνικός ποιητής μας, τό 1842, στίς 25 Μαρτίου μάλιστα, σέ μιά ἐπιστολή του στόν Γ. Τερτσέτη γράφει τοῦτα τά ἐπικαιρότατα λόγια: «…Τί νά εἴπω διά τό παρόν;

Ἡ διαφθορά εἶναι τόσον γενική καί ἔχει τόσας βαθείας ρίζας, ὥστε προξενεῖ κατάπληξιν. Ὅταν οἱ αἴτιοι αὐτῆς παταχθοῦν ἐντελῶς εἶναι δυνατή μία ἠθική ἀναγέννησις. Τότε τό μέλλον μας θά εἶναι μεγάλο, ἄν ὅλα στηριχθοῦν εἰς τήν ἠθικήν, ἄν ἡ δικαιοσύνη θριαμβεύσῃ, ἄν τά γράμματα καλλιεργηθοῦν, ὄχι πρός ματαίαν ἐπίδειξιν, ἀλλά πρός ὠφέλειαν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην ἀπό ἀνατροφήν καί ἀπό μόρφωσιν ὄχι σχολαστικήν. Θά ἔχωμεν -ἤ μᾶλλον θά ἔχουν τά παιδιά μας- μίαν ἠθικήν ἀναγέννησιν τότε καί τό μέλλον θά εἶναι μεγάλο» (Δ. Σολωμοῦ, Ἅπαντα, ἐκδ. «Μέρμηγκας», σ. 168).

Γιά νά ἀνθίσουν τοῦτοι οἱ τόποι, μᾶς κανοναρχεῖ ὁ ποιητής, πρέπει νά «παταχθοῦν» οἱ αἴτιοι καί νά καλλιεργηθοῦν τά γράμματα «πού διαβάζουνε οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης). Μόνο ἡ Παιδεία, πού ἀρδεύεται ἀπό τήν Παράδοση τοῦ Γένους, μπορεῖ νά μᾶς σώσει!! Αὐτή ἡ Παιδεία θά ὁδηγήσει στον Ἐπαναγνισμό μας!! Νά ξαναγίνουμε ἁγνοί, ζώντας μέ τά δικά μας ἤθη καί ἔθιμα, μέ τά ρωμαίικα πλούτη καί ὄχι μέ τίς γουρουνοτροφές, τά ξυλοκέρατα τῶν Φράγκων καί τῶν ἡμετέρων Γραικύλων τῆς σήμερον!!

Παραπέμπω καί σ᾽ ἕνα ἀκόμη πονήρευμά τους, στήν Στ´ Δημοτικοῦ αὐτή τήν φορά, στήν Γλῶσσα (β´ τεῦχος, σ. 105). Ἐδῶ λογοκρίθηκε ὁ περίφημος λόγος τοῦ Κολοκοτρώνη στήν Πνύκα. Λέει σέ μιά ἀποστροφή τοῦ λόγου ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ: «Οἱ παλαιοί Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τήν διχόνοιαν καί ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καί ἔτσι ἔλαβαν καιρό πρῶτα οἱ Ρωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καί τούς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι. Οἱ ἔμποροι καί οἱ προκομμένοι…»Μετά τήν λέξη «Μουσουλμάνοι», ὁ ἥρωας εἶπε καί κάποια ἄλλα πράγματα: «Καί ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν διά νά ἀλλάξῃ ὁ λαός την πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλ᾽ ἐστάθη ἀδύνατο νά το κατορθώσουν. Τόν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τόν σταυρό του ἔκαμνε». Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό λογοκρίθηκε, διότι θά πικραθεῖ ὁ ἀπέναντι «φίλος»…

Στά δέ «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας» τῆς Γ´ Γυμνασίου, στίς σ. 46-48, συμπεριέλαβαν καί ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Ἀπομνημονεύματα τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Λές «δόξα σοι ὁ Θεός»! Ὅμως… ἀπό τό ἀκατέργαστο αὐτό διαμάντι, ἐντόπισαν -οἱ τυμπανιαῖοι ἀποφορᾶς πατριδομάχοι- τό σημεῖο ὅπου ὁ Μακρυγιάννης γράφει κάτι ἐναντίον τοῦ Κολοκοτρώνη: «Οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἀρχηγοί μας ἔγιναν “Ἐκλαμπρότατοι”… ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς καί φίλοι, πλούσιοι ἀπό γές (χωράφια), ἀργαστήρια, μύλους… Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καί οἱ σύντροφοί του ἦρθαν ἀπό τή Ζάκυνθο, δέν εἶχαν οὔτε πιθαμή γῆς…».

Ὁ Μακρυγιάννης σέ ἄλλα πενήντα σημεῖα ἐπαινεῖ τόν Κολοκοτρώνη, ἀλλά αὐτό ἔπρεπε νά μπεῖ! Γιατί; Γιά νά μειώσουν τούς ἥρωες, νά τούς εὐτελίσουν! Ὁ ἥρωας, ὅπως καί ὁ ἅγιος, πού πολλές φορές στήν ἱστορία μας ταυτίζονται, εἶναι «ἐπικίνδυνα» πρότυπα γιά τούς νέους!! Ὁ δειλός καί πειθήνιος νεοραγιάς τῶν Μνημονίων εἶναι προτιμότερος. Μιλᾶμε σήμερα ὅλοι μας γιά Κρίση. Ὅμως ἡ πραγματική κρίση, αὐτή πού θά κρίνει καί τό μέλλον μας, ὡς λαοῦ ἱστορικοῦ, σοβεῖ μές στίς σχολικές αἴθουσες!! Ἄν συνεχιστεῖ τό κακό θά χαθεῖ μιά ὁλόκληρη γενιά!! Ἡ νέα Τουρκοκρατία, μέσῳ τῆς Ἐκπαίδευσης καί τῶν ἀδιάφορων δασκάλων καί καθηγητῶν -ὑπάρχει πάντοτε ἡ «μαγιά» τοῦ Μακρυγιάννη- ἀνδρεῖ τούς Γενίτσαρους τοῦ μέλλοντος, τοῦ πολύ κοντινοῦ μας!! Ἐσχάτη ὥρα ἐστί, «νά μιλήσουμε, νά ’νεργήσουμε κι ὅ,τι θέλουν ἄς μᾶς κάμουν».

«Ἄν ἡ παροῦσα γενεά δέν ἐνδυναμωθεῖ ἀπό ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ καί μάλιστα πρός τόν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καί τῶν ἠθῶν μας, θά εἶναι δυσοίωνο τό μέλλον τῆς Ἑλλάδος καί ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατη» ἔγραφε σέ ἐπιστολή του πρός τόν Μισαήλ Ἀποστολίδη ὁ πρῶτος καί τελευταῖος Ὀρθόδοξος Ρωμιός Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μας, Ἰωάννης Καποδίστριας (Ἰω. Τσάγκα, Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική ἀγωγή στό ἐκπαιδευτικό ἔργο τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, ἐκδ. «Κυριακίδη», σ. 174). Καί μιά καί σήμερα τό ἔνδοξο τοῦτο ἁλωνάκι, ἡ κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας, εἶναι ζωσμένη ἀπό τίς «ἀλώπεκες τοῦ σκότους» (Εὐ. Βούλγαρης), τούς Φράγκους, καί τό ἐξ ἀνατολῶν θηρίο πάλιν μαίνεται, νά κλείσω μέ τό ἡρωικότερο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγώνα, τήν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, πού μᾶς διδάσκει πῶς σώζονται τά ἔθνη (τό κείμενο δημοσιεύτηκε στό θαυμάσιο περιοδικό «Χριστιανική Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ.

Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη Τό Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς Ἐξόδου):

«Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τό νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νά διερευνήσουν μέ ἀνιχνευτές τήν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου – διόδου γιά ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στήν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δέν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόχμες καί οἱ στενωποί φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπό τούς πολιορκητές σέ βάθος χώρου καί τόπου. Γενική ἦταν ἡ κατήφεια καί ἡ σιωπηλή θλίψη. Τή σιωπή τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καί σταθερή ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη ­Κότσικα:

– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!

– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καί δέν τόν λές τόση ὥρα; διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.

– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».

Μόνο ἄν ἀνεβοῦμε τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, τόν Γολγοθᾶ, θά ἀντισταθοῦμε ὡς λαός καί ὡς κράτος.

 

 

ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΖΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ – ΘΑΥΜΑ ΣΤΟΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΧΟΣΕ ΚΟΡΤΕΖ


Από το βιβλίο του Χαραλάμπους χ. Άνδραλη που αναφέρεται στους Νεομάρτυρες του 20ου και 21ου αιώνα διαβάζουμε στο 13ο Κεφάλαιο για τον Νεομάρτυρα Χοσέ Μουνιοθ – Κορτεζ !

Ο Ιωσήφ γεννήθηκε το 1950 στην Χιλή από Ρωμαιοκαθολικούς γονείς ! Στα 21 του είχε την τύχη να γνωρίσει τον Ορθόδοξο Επίσκοπο Χιλής Λέοντιο , ο οποίο τον κατήχησε και τον βάπτισε Ορθόδοξο μετά από δύο χρόνια το 1973 !

Διαβάζοντας για τον μοναστικό βίο τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε που θέλησε να μιμηθεί την ζωή των ασκητών μέσα στον κόσμο ! Εγκρατευόταν , νήστευε και αγρυπνούσε ακόμη και όταν βρέθηκε στον Καναδά για να εργαστεί ωε δάσκαλος Ζωγραφικής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ

Εκεί ξεκίνησε να μαθαίνει και Βυζαντινή Αγιογραφία !

Το 1982 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Αγιο Όρος στο πλαίσιο της σπουδής του στην Αγιογραφία !

Σε μία Σκήτη εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από ένα αντίγραφο της Παναγίας της Πορταίτισσας που ζήτησε να το αγοράσει !

Οι μοναχοί του είπαν ότι δεν είναι προς πωληση , αλλά φεύγοντας ο Δικαίος της Σκήτης του χάρισε την Εικόνα , κάτι που ο καλός Χοσέ το απέδωσε σε θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου !

Προφανώς εκεί στο Αγιο Όρος θα άκουσε και για την προσευχητική αξία των Χαιρετισμών που πολλοί φωτισμένοι Γέροντες τους συνιστούν σαν μία εξαιρετικά δυνατή προσευχή , μιας και η άσκηση της νοεράς προσευχής ενέχει κινδύνους αν δεν γίνεται με την καθοδήγηση έμπειρου πνευματικού οδηγού !

Επιστρέφοντας λοιπόν στο Μόντρεαλ επιδόθηκε στην απαγγελλια των Χαιρετισμών ενώπιον της Εικόνας που του είχε δωρηθεί στο Αγιο Όρος !!

Μετά από μερικές εβδομάδες καθημερινής απαγγελίας των Χαιρετισμών, ένα βράδυ ενώ απήγγειλε τους Χαιρετισμούς , αισθάνθηκε μία άρρητη ευωδία !

Παρατήρησε την Εικόνα και είδε έκπληκτος ότι σταγόνες έτρεχαν από τα χέρια της Θεοτόκου ! Ηταν μύρο που άρχισε να ρέει άφθονο από την Αγία Εικόνα ! Ήταν ένα ακόμη θαύμα των Χαιρετισμών της Θεοτόκου !

Με την Αγία Εικόνα στα χέρια γύρναγε για τα 15 χρόνια ολόκληρο τον κόσμο διακηρύσσοντας το θαύμα της Θεοτόκου !

31 Οκτωβρίου του 1997 και ενώ βρισκόταν με την Αγία Εικόνα στην Αθήνα έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου και διέμενε !

Η Αστυνομία έκανε λόγο για φόνο από σατανιστές που δεν μπορούσαν να αντέξουν να δοξάζεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστος και υμνολογείταιη Υπεραγία Θεοτόκος !

Οι δολοφόνοι εξαφάνισαν την Εικόνα !

Η σωρός του Χοσέ μεταφέρθηκε στο Μόντρεάλ όπου και ετάφη !

Περίλυποι οι πιστοί τόσο για τον χαμό του Χοσε , που στη συνείδηση τους ήταν Νεομάρτυρας , αλλά και για την απώλεια της Εικόνας προσεύχονταν με πόθο στην Θεοτόκο , με τις πρεσβείες του νεοφανούς Μάρτυρα , να μην τους εγκαταλείψει και να χαρίσει την χάρη Της στον ευσεβή λαό !

Και ω του θαύματος ! Ένα ακριβές αντίγραφο της πρώτης θαυματουργής εκείνης Αγίας Εικονας που αγιογράφησαν άρχισε και πάλι να μυροβλύζει !!

«Παιδιά μου βλέπω την Παναγία μας να…» – Συγκλονιστικό θαύμα σε αεροπλάνο που έπεφτε ενώ επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους

Ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο διηγείται επιβάτης σε αεροπλάνο που επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους στις 29 Αυ­γούστου του 2003.

Ήταν χαράματα Παρασκευής, 29 Αυ­γούστου του 2003. Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύ­θυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα.

Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμη­ση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.

Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδι­κή εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγα­λοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέ­ρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυ­κιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνο­ντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε κα­θόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.

Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο – εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus – πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμέ­νη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυ­θίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκί­νησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλ­ληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστι­κός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυ­κλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανά­ναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρό­τερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.
Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και με­τά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.

Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνα­τός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα και προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο-δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους….
Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυ­νήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από τήν παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνή­σει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα – αναφερόμενος στο δυστύχη­μα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη – μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά…

Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ η ότι θα πηγαίναμε στην Κύ­προ. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χά­σει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφωνόταν στα ματιά της.

Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δυο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;», ξανα­ρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελει­ώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτη­σα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βα­θιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυ­νατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.

Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κά­ποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες – τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών – και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκλη­ση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετι­σμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.

Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ’ εμάς, νόμι­ζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λί­γο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρί­ξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά…» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και στα­μάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πώς οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνε­χίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν…
Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρό­νια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσου­με. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει· έξαλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποιά κατάσταση βρίσκε­ται η ψυχή μας. Τώρα θα μού πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πό­θος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί:

ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.

Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα· λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;

Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε – δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτη σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σάς παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά- θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».

Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.

Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ- ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές… Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυ­αλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά η θα πέσουμε στη θάλασσα;», μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ήμας.»

Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διά­δρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κα­τά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαι­νόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προ­τεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίνα­με με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μάς χώριζαν λίγα μόλις μέ­τρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ’ ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουρ­γία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο – πράγμα πολύ επικίνδυνο – για να στα­ματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μα­λακά στο έδαφος!

Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση,τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».

Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευ­ρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.

Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νο­σοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνε­φέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφε­ραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;

Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσα­με ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημο­σιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτή­ση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.

Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βα­ριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι αυτό.

Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περί­που εβδομάδα, ξαναμπήκα στή ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.
Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γε­γονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιταχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση…

Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τόν λιώνει, τόν κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και τηνν κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει  να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τόν Θεό.

(Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μένα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόηση σας.)

 

Οι τριμερήτες

Τα χείλη του μουδιασμένα ζητούσαν νερό. Είχε τρεις μέρες να φάει και να πιει κάτι. Ακολουθίες πολύωρες, μετάνοιες, μελέτη, ο κανόνας στο κελί του, η κατα μόνας αγρυπνία. Όλα μαζί του δίνανε μια μικρή γεύση από την άσκηση των μεγάλων ασκητών της ερήμου που ζούσανε έτσι όχι για μερικές ημέρες αλλά σχεδόν όλη τους την ζωή.

Ήταν τυπικό του μοναστηριού του να κρατούνε τριήμερη -απόλυτη- νηστεία οι πατέρες μέχρι την πρώτη Προηγιασμένη. Ήταν παράδοση να κάνουνε ένα γερό ξεκίνημα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Δίψα… Αυτό το αίσθημα ήταν φοβερό. Ήταν πλέον Τετάρτη απόγευμα.

Η Προηγιασμένη έφτανε στο τέλος της. Έφτανε η στιγμή που μετά από σχεδόν τρεις ημέρες πλήρους νηστείας θα άνοιγε το στόμα του για να φάει. Ο ιερέας κάλεσε τους πιστούς. «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Μια μικρή ζαλάδα τον έκανε να πιάσει την κολόνα του ναού.
Ένας – ένας οι μοναχοί σαν πουλάκια άνοιγαν το στόμα τους περιμένοντας την μάνα τους Εκκλησία να τα ταΐσει.
Ήρθε η σειρά του. Άνοιξε το στόμα του.

Ο ιερέας λέγοντας «…εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον» τον μετάλαβε Σώμα και Αίμα Κυρίου. Το στόμα του γέμισε τροφή ουράνια. Για πρώτη φορά, εκείνη την στιγμή κατάλαβε, σαν να είχε κάποια Θεία επίσκεψη, ότι τρώει τον Θεό. Χρόνια μοναχός, εκείνη η στιγμή όμως άνοιξε ο πνευματικός κόσμος μέσα του, μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. Πίστευε όμως… τότε κατάλαβε. Κατάλαβε χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πώς κατάλαβε.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γεμάτος φόβο, χαρά, αγωνία, ειρήνη, πλήρη κατανόηση. Κατακλύστηκε από ευγνωμοσύνη. Απομακρυνθήκε από το Άγιο Ποτήριο. Πήγε και κάθισε και πάλι στο στασίδι του. Τα μάτια του ήταν διαφορετικά. Το κορμί του πλέον στεκόταν όπως οι αγιογραφίες του τοίχου. Ήταν και δεν ήταν πλέον εκεί. Όλα είχανε χαθεί πλέον. Η κούραση, η δίψα, η πείνα, οι λογισμοί, όλα χάθηκαν. Ένα πράγμα κυριαρχούσε πάνω στο είναι του. Αυτή η γεύση του Χριστού.

Η πρώτη Προηγισμένη Θεία Λειτουργία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μόλις είχε τελειώσει. Καθώς όλοι βγαίνανε από το Καθολικό του μοναστηριού μερικοί πατέρες τον άκουσαν να μονολογεί «πώς είναι δυνατόν να έφαγα εγώ τον Θεό; τί πήρα μέσα μου; έφαγα τον Χριστό, ξεδίψασα από το Αίμα Του, χόρτασα από το Σώμα Του…».
Το βήμα του γοργό, λες και βιαζόταν να πάει κάπου. Πρόλαβε και μπήκε στο κελί του. Εκεί μέσα, μόνος του πλέον, γονάτισε. Ούτε το ράσο έβγαλε, ούτε το καλυμαύχι του, ούτε το κουκούλι.

Έτσι όπως ήταν γονάτισε χάμο. Άπλωσε τα χέρια του στο ξύλινο πάτωμα, όπως ένας ζητιάνος που ζητά έλεος.
Σιωπή. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Έμεινε έτσι ώρα αρκετή. Ξάφνου ανασηκώθηκε. «Φτάνει Κύριε…φτάνει» είπε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν αντέχω την αγάπη Σου…αποτραβήξου γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει».
Οι λυγμοί σιγά σιγά σταμάτησαν, έμεινε με τα σιωπηλά του δάκρυα να διασχίζουν το πρόσωπό του.

Έμεινε όρθιος με τα ράσα του, το κουκούλι στραβό πάνω στο καλυμαύχι του, τα μάτια του καθάρια, τα γένια του ανακατωμένα, τα χέρια του τρεμμάμενα.Το κελάκι του να μοσχοβολά ευωδία που πρώτη φορά οσφράνθηκε στην ζωή του. Μα εκεί στα χείλη του ήταν ακόμα αυτή η γεύση του Θεού, αυτή η γεύση που πλέον θα τον συνόδευε για όλη του την ζωή.
«Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» ήθελε να βροντοφωνάξει σε όλους τους ανθρώπους της γης.

«Ω, Χριστέ μου…θέλω να σε τρώω και να σε πίνω μέχρι να πάψω να υπάρχω», είπε σιγανά και σφράγισε το σώμα του με το σημείο του σταυρού.

Ακούστηκαν κάποιες πόρτες να ανοίγουν. Μετά από λίγο άνοιξε και την δική του πόρτα να δει τι γίνεται. Ξημέρωνε, αυτό είχε γίνει. Όλο το βράδυ πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί. Δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε πείνα. Ένιωθε ταϊσμένος αιωνιότητα, αφθαρσία. Δυο πατέρες τον συνάντησαν καθώς πήγαιναν στον ναό να τον ετοιμάσουν για την πρωινή ακολουθία. «Τόσο νωρίς πάτερ; ξεκουράστηκες»; τον ρώτησαν πρόσχαροι.Ίσιωσε το κουκούλι του. Τους κοίταξε στα μάτια. Εκείνοι τα χάσανε, σα να βλέπανε κάποιον άλλον άνθρωπο. «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα του.

Οι πατέρες κοντοστάθηκαν με απορία, κοιτάχτηκαν αναζητώντας απάντηση σ’αυτό το φωτεινό αλλοιωμένο βλέμμα του αδελφού τους, αλλά δεν συνέχισαν. Πήγανε μέσα στο ναό. Άρχισαν να ανάβουν τα καντήλια. Εκείνος στάθηκε ακίνητος στο μέσο της αυλής. Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Έκανε τον σταυρό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε κι αυτός στο ναό για την πρωινή ακουλουθία. Άλλη μια μέρα ξεκίνησε, άλλη μια μέρα πιο κοντά προς την Ζωή, την Αγάπη. Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο τέλος που θα’ναι η αρχή.

Καθώς ανέβαινε στο στασίδι του το σώμα του ανατρίχιασε ολάκερο σα να απεκδυόνταν όλο αυτό το βίωμα. Χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Μέχρι την άλλη φορά λοιπόν…» ψέλισε και έβγαλε το κομποσχοίνι από την τσέπη του ζωστικού του. Το τάλαντο χτύπησε, η καμπάνα ήχησε. Άρχισαν να εισέρχονται στο Καθολικό οι πατέρες με τάξη και ησυχία. Οι μοναχοί πήρανε τις θέσεις τους. Ο εφημέριος φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός».

Στεκόταν στο στασίδι του και με το βλέμμα του κοιτούσε έναν – έναν τους πατέρες. «Αραγε, πόσοι αδελφοί βίωσαν κάτι τέτοιο που εγώ για πρώτη φορά βίωσα χθες…» αναρωτήθηκε. Εκείνη τη στιγμή, ένας αδελφός περνούσε από μπροστά του. Σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι. «Μην τα αναλύεις πολύ…αυτά είναι πράγματα του Θεού…» είπε πραεία τη φωνή και πήγε προς το αναλόγιο για να διαβάσει το Κάθισμα του Ψαλτηρίου.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μόλις είχε αρχίσει. Άλλη μια πορεία για την Ανάσταση που εφέτος ήρθε από την αρχή…

~π.Παύλος Παπαδόπουλος~

 

Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές

Αγίου Πορφυρίου

Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, στον Χριστό… Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά.
Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί, να δείτε το βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ’ το πέλαγος. Όταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε τον μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια, και η θάλασσα και το μπάνιο και το φαγητό. Όλα να τα χαίρεσθε. Όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στη μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό.
Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο άνθρωπος, τα σπίτια, τα κτίρια, μεγάλα ή μικρά, τις πόλεις, τα χωριά, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό τους. Να ρωτάτε να ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμασίων του Θεού. Γίνονται όλα ευκαιρίες να συνδεόμαστε με όλα και με όλους.
Γίνονται αιτίες ευχαριστίας και δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να ζείτε μέσα σε όλα, στη φύση, στα πάντα. Η φύση είναι το μυστικό Ευαγγέλιο. Όταν όμως δεν έχει κανείς εσωτερική χάρι, δεν τον ωφελεί η φύση. Η φύση μας ξυπνάει, αλλά δεν μπορεί να μας πάει στον Παράδεισο.
Ο πνευματέμφορος αυτός που έχει το Πνεύμα του Θεού, προσέχει όπου περνάει, είναι όλα μάτια, όλα όσφρηση. Όλες του οι αισθήσεις ζούνε, αλλά ζούνε με το Πνεύμα του Θεού. Είναι αλλιώτικος. Όλα τα βλέπει κι όλα τα ακούει· βλέπει τα πουλιά την πέτρα την πεταλούδα … Περνάει από κάπου αισθάνεται το καθετί, ένα άρωμα για παράδειγμα. Ζει μέσα σε όλα· στις πεταλούδες, στις μέλισσες κ.λπ. Η χάρις τον κάνει να είναι προσεκτικός.
Θέλει να είναι μαζί με όλα.
Προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις με όλα και με τα άγρια ακόμη, εν αρμονία. Αυτό επιθυμώ και προσπαθώ να το εφαρμόζω. Έπειτα από καιρό μας εφέρανε άλλον παπαγάλο, αυτόν που έχομε τώρα. … Είναι εγωιστής, όμως, και θέλει να τον προσέχεις, να του μιλάεις με γλυκύτητα, να μην τον περιφρονείς. Ζηλεύει ιδιαιτέρως, γι’ αυτό δεν θέλει να μιλάεις σ’ άλλον, ούτε ν’ αγαπάεις άλλον. Αλλιώς θυμώνει πολύ.

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΜΑΡΤΙΟΣ 2019:

2/3 Σάββατο πρωί 7-10, ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

3/3 ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ πρωί 7-10:30, Όρθρος – θ. Λειτουργία

4/3 Δευτέρα βράδυ 8-11, Αγιασμός, θ. λειτουργία, Αγ. Γερασίμου

6/3 Τετάρτη βράδυ 8-11, Απόδειπνο, Όρθρος, θ. Λειτουργία

8/3 Παρασκευή βράδυ 7-8, Μάθημα Βυζαντινής Μουσικής

8/3 Παρασκευή βράδυ 8-11, θ. Λειτουργία, Αγ. Τεσσαράκοντα

10/3 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ πρωί 7-10:30, Όρθρος – θ. Λειτουργία

10/3 Κυριακή, Κατανυκτ. Εσπερινός (Συγχωρήσεως), 7:00-8:00 μ.μ.

10/3 Κυριακή βράδυ, Ομιλία 8:00-9:30 μ.μ., Κέρασμα

11/3 ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ, 7-8 μ.μ., Μεγάλο Απόδειπνο

13/3 Τετάρτη απόγευμα 6-8, Προηγιασμένη θ. Λειτουργία

15/3 Παρασκευή βράδυ 6:30-7:30, Μάθημα Βυζαντινής Μουσικής

15/3 Παρασκευή βράδυ 7:30-8:30, Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

16/3 Σάββατο πρωί θ. Λειτουργία 7-10, Αγ. Θεοδώρου, Κολλύβων

17/3 ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 7-10:30 π.μ. Όρθρος-θ.Λειτουργία

18/3 Δευτέρα απόγευμα 6-8, Προηγιασμένη θ. Λειτουργία

20/3 Τετάρτη απόγευμα 6-8, Προηγιασμένη θ. Λειτουργία

22/3 Παρασκευή βράδυ 7-9, Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ, Παρουσία Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας Νεκταρίου 

24/3 Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ 7-10:30 π.μ., Αγ. Γρηγορίου Παλαμά

25/3 Δευτέρα, ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, θ.Λειτ. 7-10:30

27/3 Τετάρτη απόγευμα 6-8, Προηγιασμένη θ. Λειτουργία

29/3 Παρασκευή βράδυ 6:30-7:30, Μάθημα Βυζαντινής Μουσικής

29/3 Παρασκευή βράδυ 7:30-9, Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

29/3 Παρασκευή βράδυ 9-12:15, Όρθρος – θ. Λειτουργία

31/3 Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ θ. Λειτ. 7-10:30, ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ-ΟΜΙΛΙΩΝ

Ιανουάριος-Ιούνιος 2019

1) 26 Ιανουαρίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

2) 9 Φεβρουαρίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

3) 23 Φεβρουαρίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

4) 10 Μαρτίου, Κυριακή βράδυ: 8 – 9:30

5) 23 Μαρτίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

6) 6 Απριλίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

7) 20 Απριλίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

8) 11 Μαΐου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

9) 25 Μαΐου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

10) 8 Ιουνίου, Σάββατο βράδυ: 8 – 9:30

11) 22 Ιουνίου, Σάββατο βράδυ 8 – 9:30

12) 30 Ιουνίου, Κυριακή βράδυ 8 – 9:30

Πριν από κάθε συνάντηση γίνεται η ακολουθία του Εσπερινού και μετά ψέλνουμε Παράκληση στην Παναγία.

 

Αξίζει να διαβάσετε